Η ψύχωση αποτελεί μία νόσο με σταδιακή εξέλιξη, η οποία μπορεί να έχει μια οργανική βάση αλλά  οι περιβαλλοντολογικές συνθήκες είναι εκείνες που καθιστούν δυνατή την εμφάνιση της νόσου στη ζωή ενός ατόμου. Η  έναρξη της εμφανίζεται νωρίς και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ενδείξεις της, δεν υπάρχει ένας σαφής ορισμός για την ψύχωση και τα χαρακτηριστικά της συμπτώματα διαρκώς αναπροσδιορίζονται. Έτσι δύσκολα  γίνεται αντιληπτή από το οικογενειακό περιβάλλον αλλά και από έναν ειδικό  κάποιες φορές. Δίνοντας στη νόσο έναν ίσως πιο ακριβή ορισμό, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα σύνδρομο πολλών αλληλοσχετιζόμενων διαταραχών το οποίο έχει τις ρίζες του  σε πολυπαραγοντικά αίτια.

 Η ψύχωση παρόλο που φαίνεται να κάνει την εμφάνισή της ξαφνικά, στην πραγματικότητα έχει μια χρόνια εσωτερική εξέλιξη. Η αρχική φάση της νόσου εμπεριέχει μεγάλο φόβο, ο οποίος οδηγεί τα άτομα  αυτά σε αποδόμηση  και αποδιοργάνωση της ταυτότητάς τους. Κυριεύονται από φαντασιώσεις  αφανισμού  και φόβους  καταστροφής ,οι οποίοι  οδηγούν  τον ασθενή  σε παλινδρόμηση  σε κάποιο  επίπεδο όπου να μπορεί να αναπτύξει κάποιες άμυνες. Οι φόβοι αυτοί  φανερώνονται μέσα από μία σειρά συμπτωμάτων όπως είναι οι παραισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις, οι παράνοιες. Τα συμπτώματα αυτά  λειτουργούν σαν άμυνες , σαν  ένας  μηχανισμός επιβίωσης που αναπαριστά τη ζωή, σαν το μέσο σε μία προσπάθεια αυτοίασης, ώστε να μειωθεί ο φόβος και να δομηθεί μία νέα ταυτότητα με τη δική της λογική, τη δική της γλώσσα, αυτό που αποκαλούμε ψύχωση.

Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε μία ψυχοθεραπευτική μέθοδο, η οποία δίνει ιδιαίτερη βάση  στη σημασία του να μοιράζεται ο ψυχοθεραπευτής  με τον ασθενή του την αγωνία  και την οδύνη της ύπαρξης του δευτέρου.

Τα παραδοσιακά ψυχοθεραπευτικά μοντέλα που έχουν εφαρμοσθεί έως τώρα στους ασθενείς με διάγνωση ψύχωσης δεν έχουν  πετύχει ιδιαίτερα, καθώς επικεντρώνονται σε στόχους όπως, το να αποκτήσει ο ασθενής την ικανότητα της ενόρασης και να καταφέρει να χειρίζεται τις ενδοψυχικές  συγκρούσεις. Ωστόσο, ο ασθενής ο οποίος βρίσκεται σε αυτή  την κατάσταση για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, πολύ συχνά  αδυνατεί  να μπει στη διαδικασία της ενόρασης ώστε να καταφέρει να επιτύχει συμπεριφοριστικές αλλαγές. Η μέθοδος της ψυχοθεραπείας που προτείνουμε  επικεντρώνεται στις τρέχουσες δυσλειτουργικές συμπεριφορές του ασθενούς, ώστε η πραγματικότητα να αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Η θεραπεία αυτή  αποσκοπεί να επενδύσει πάνω στο υγιές κομμάτι του ασθενούς, να τον επανακινητοποιήσει, να δει την πραγματικότητα και να μην εγκλωβίζεται στις άμυνες που έχει χτίσει μέσα στην ψύχωσή του.

Αν αυτό το πρώτο βήμα επιτευχθεί, αρχίζει να αναπτύσσεται ένα είδος συμμαχίας μεταξύ θεραπευτή - θεραπευόμενου. Ωστόσο η συμμαχία αυτή δεν είναι απαραίτητα σταθερή κατά την διάρκεια της ψυχοθεραπείας. Συχνά ο ψυχοθεραπευτής αλλά και άλλα μέλη της ψυχοθεραπευτικής ομάδας, καθώς και ο θεραπευόμενος, έρχονται σε ρήξη μέσα σε αυτήν τη "συμμαχική" σχέση. Σε μια τέτοια περίπτωση, η οποία  είναι μέρος της μάχης που δίνει ο θεραπευόμενος για να αλλάξει, χρειάζεται μια συλλογική προσπάθεια για να αποκατασταθεί η σχέση από την ρήξη και να ενδυναμωθεί.

 Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία μπορεί να ονομαστεί στρατηγική ψυχοθεραπεία, όταν  ο θεραπευτής σχεδιάζει μια συγκεκριμένη τακτική προσέγγισης για κάθε πρόβλημα που προκύπτει. Αναγνωρίζει τα επιλύσιμα προβλήματα, θέτει στόχους, εξετάζει τις αντιδράσεις που δέχεται από το θεραπευόμενο ώστε να βελτιώσει την προσέγγισή του και επίσης ερευνά τις συνέπειες της θεραπείας του ώστε να δει τις επιδράσεις της και την αποτελεσματικότητά της όσον αφορά την πορεία του ασθενούς.

Κατά το α' μισό του αιώνα, οι κλινικοί εκπαιδεύονταν ώστε να αποφεύγουν το σχεδιασμό ενός πλάνου της θεραπείας και απλά βάδιζαν ανάλογα με το τι θα πει ο ασθενής ώστε να δράσουν. Μετά την επίδραση της ψυχανάλυσης και της ψυχοδυναμικής και ροτζεριανής προσέγγισης, ο κλινικός αναμένοταν  να ακολουθεί παθητικά τον ασθενή και να ερμηνεύει ή να αντιμεταβιβάζει μόνο. Επίσης, έπρεπε να περιορίζεται μόνο σε μια συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση, ανεξάρτητα από την διαφορετικότητα των ασθενών.

 Η στρατηγική ψυχοθεραπεία δεν είναι μια συγκεκριμένη προσέγγιση θεραπείας  ή μια θεωρία, αλλά περιλαμβάνει όλες εκείνες τις μορφές θεραπείας  στις οποίες ο θεραπευτής είναι υπεύθυνος για την άμεση επιρροή των θεραπευομένων.

Σήμερα, υπάρχει μία σύγχυση σχετικά με την ψυχοθεραπεία σε ασθενείς με ψύχωση, λόγω της διαμάχης μεταξύ των " παθητικών" και "ενεργητικών" μεθόδων στην αλληλεπίδραση της σχέσης θεραπευτή - θεραπευόμενου. Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχει η ανάγκη πλέον για έναν πιο ενεργητικό ρόλο  των θεραπευτών στην ψυχοθεραπεία.

Μελετώντας την τακτική της άμεσης αντιπαράθεσης και τα χαρακτηριστικά της, βλέπουμε πως η αντιπαράθεση μέσα στην ψυχοθεραπεία δεν αποτελεί μία επιθετική μέθοδο αντιμετώπισης του χρόνιου ψυχωσικού αλλά πρόκειται για μία "λεπτή", ευφυή μέθοδο. Επιπλέον, μία παρέμβαση του θεραπευτή στην άρρωστη συμπεριφορά του ασθενούς, με σκοπό να παράγει άλλες, κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές, αποτελεί μια μονόπλευρη παρέμβαση η οποία θα αποδιοργάνωνε όχι μόνο την ψύχωση του ασθενή αλλά και τον ίδιο τον ασθενή. Άλλωστε, η αντιπαράθεση αφορά από τη μια πλευρά, την προσπάθεια του ασθενούς να διατηρήσει την ψυχωσική ισορροπία του και απ' την άλλη πλευρά, την προσπάθεια του θεραπευτή να σπάσει αυτές τις άμυνες του ασθενούς.

Η αντιπαράθεση μπορεί να φανεί και μέσα από μια δυναμική παρέμβαση του ψυχοθεραπευτή, μέσα από ένα σχόλιό του, ώστε να βεβαιωθεί πως ο ασθενής ακούει πράγματι αυτό που εκείνος του λέει. Βέβαια, η παρέμβαση αυτή οφείλει να γίνεται μέσα στα πλαίσια πάντα της ιδιαιτερότητας του κάθε ασθενή. Ο όρος άλλωστε "δυναμική" παρέμβαση, ακόμη κι αν ακούγεται ενοχλητικός, δεν αφορά έναν καταχρηστικό χειρισμό ή την έλλειψη σεβασμού. Όταν ο θεραπευτής αντιπαρατίθεται, προσπαθεί ουσιαστικά να προκαλέσει την προσοχή του ασθενούς, καθώς παράγει μία αντίδραση και αναμένοντας μια αλλαγή. Σε αυτήν την αλλαγή, ο χρόνιος ψυχωσικός ασθενής αντιμάχεται, ακριβώς γιατί η ασθένειά του λειτουργεί σαν ένα σύστημα επιβίωσης, το οποίο μια αλλαγή θα κλόνιζε και θα το αποδομούσε.

Έτσι, ο θεραπευτής οφείλει να χρησιμοποιήσει μια τέτοια γλώσσα, η οποία να δημιουργήσει μια αίσθηση πραγματικότητας για τον ασθενή. Δύναται μάλιστα να χρησιμοποιήσει λέξεις οι οποίες να σοκάρουν τον ασθενή, με σκοπό κυρίως να αποκαλύψει την άρνηση του ασθενούς. Επίσης, ο θεραπευτής μπορεί να προβάλλει κάποιες επιθετικές συμπεριφορές, σαν αντιδράσεις, αντιμεταβιβάζοντας τις επιθετικές επιθυμίες και συμπεριφορές του ασθενούς, προβάλλοντάς του με αυτόν τον τρόπο τις επιδράσεις που μπορεί να έχουν αυτές, τόσο στους γύρω του όσο και στο θεραπευτή του. Θέτει λοιπόν τον ασθενή ενώπιο της ευθύνης του για τη συμπεριφορά του και τον έλεγχο των παρορμήσεών του. Μέσα από αυτές τις αντιπαραθετικές μεθόδους, ο θεραπευτής ενισχύει τον ασθενή ώστε να φανεί πιο δυνατός από τις σαρωτικές όψεις της ψύχωσής του. Ωστόσο η δομή του χαρακτήρα του ασθενούς είναι αυτή που καθορίζει την αντίδρασή του προς την αντιπαράθεση που λαμβάνει δράση. Τέλος, ο θυμός του θεραπευτή, δεν θα πρέπει να κατανοείται μόνο στα πλαίσια της αντιμεταβίβασης αλλά και ως μία ανθρώπινη αντίδραση απέναντι σε μια μη αποδεκτή συμπεριφορά.

Ένας θεραπευτής θα πρέπει να δέχεται την πραγματικότητα των συναισθημάτων του στο πλαίσιο της θεραπείας, μ' έναν τέτοιο τρόπο ώστε να αφήνει το θεραπευόμενο να καταλάβει το πώς νιώθει.  Από αυτήν την άποψη, η αντιπαράθεση μέσα στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία, βοηθά να εγκαθιδρυθεί μία συμμαχική θεραπευτική σχέση και να αναδομηθούν οι άμυνες του ασθενούς, μια αναδόμηση των διαταραγμένων στρατηγικών άμυνας.