Ο Νίτσε στο βιβλίο του η γέννηση της τραγωδίας γράφει : ο Έλληνας αγαπά βαθύτατα το ρεμβασμό, πιότερο από κάθε άλλο άνθρωπο είναι ικανός να συναισθάνεται όλες τις μορφές πόνου, απ’ τις πιο λεπτές ως τις σκληρότερες.

Η κοφτερή ματιά, αυτού του ανθρώπου, διαπερνά και προβάλλει στο φως της ημέρας την καταστροφική πορεία της παγκόσμιας ιστορίας, που εμπνέει τον τρόμο, έχει επίγνωση για όλες τις σκληρότητες της φύσης και διατρέχει τον κίνδυνο να επιθυμήσει την βουδιστική εκμηδένιση της βούλησης. 
Η τέχνη τον σώζει και χάρη στην τέχνη τον ξανακαταχτά η ζωή.
Αυτή τη στιγμή ακριβώς, μπροστά σ’ αυτόν τον έσχατο κίνδυνο, η τέχνη πλησιάζει την απειλούμενη βούληση, σα τη νεράïδα που σώζει και γιατρεύει. Αυτή μονάχα μπορεί να μεταμορφώσει αυτή την αηδία για τη φρίκη και τη ματαιότητα της ύπαρξης σε εικόνες, που με τη βοήθειά τους μπορεί να γίνει αληθινή ζωή. 
Γιατί οι πιο θεμελιώδεις σκέψεις και τα συναισθήματα του ανθρώπου που προέρχονται από πολύ βαθιά μέσα του, βρίσκουν την έκφρασή τους περισσότερο στις εικόνες παρά στις λέξεις.  Οι εικόνες αυτές είναι το υπέροχο, που’ ναι η υποταγή του φρικτού απ’ την τέχνη, και το κωμικό που με τη βοήθειά του η τέχνη μας ξαλαφρώνει απ’ την αηδία, που μας προκαλεί ο παραλογισμός της ύπαρξης.

Αυτή είναι η απελευθερωτική ενέργεια της τέχνης.
Ο Τολστόι έλεγε : Η τέχνη δεν είναι μόνο απόλαυση, παραμύθια ή ανακωχή.
Η τέχνη είναι μεγάλη υπόθεση. Η τέχνη είναι ένα όργανο της ανθρώπινης ζωής, το οποίο διοχετεύει τη λογική σε αίσθημα.
«Όμως η αίσθηση από μόνη της είναι ένας δούλος χεροδύναμος μα χωρίς μυαλό» έγραψε ο Τσάτσος. «Το μυαλό αφ’ ετέρου είναι ένας παντοδύναμος ηλίθιος» είπε ο Ταρκόφσκι.
Η τέχνη είναι και οι δύο ενέργειες.
Η παιδευτική αξία της τέχνης συνίσταται στο να μαθαίνεις συναισθανόμενος τι είναι ωραίο. Όπως λέει ο Κασσίρερ, απελευθερωτικά ωραίο. Να συγκατατεθούν δηλαδή σε μια αμοιβαία συνύπαρξη ο λογισμός και το όνειρο, το εν φαντασία και λόγο.
Η αισθηματική παιδεία είναι παίδευσις προς το ωραίο. Ο άνθρωπος πρέπει να διατρέξει στάδια για να συναντήσει την ομορφιά, έστω κι’ αν μ’ αυτόν τον τρόπο δεν πρόκειται να συναντήσει τίποτα άλλο παρά τον εαυτό του.
Πραγματοποιείται ένα είδος αληθινού διαλόγου ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το έργο. Η καλλιτεχνική διαδικασία, το μέσο δηλαδή, επιτρέπει στον καλλιτέχνη να έρθει σε επαφή με πιο καταπιεσμένα μέρη της προσωπικότητάς του και τα φέρνει στην επιφάνεια.
Η τέχνη γίνεται μέσο μη λεκτικής επικοινωνίας, ένας τρόπος δήλωσης συγκεχυμένων και μη κατανοητών συναισθημάτων σε μια προσπάθεια αναγνώρισής τους.
Η τέχνη μπορεί να είναι ένας τρόπος αύξησης της αντίληψης της πραγματικότητας από τον άνθρωπο και όχι απόδρασης από αυτήν μέσα σε φαντασιώσεις εκπληρώσεων των επιθυμιών.
Οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες των έργων τέχνης υποστηρίζουν ότι η καλλιτεχνική διαδικασία και το καλλιτεχνικό αντικείμενο μπορούν να εξηγηθούν ως απλά συμπτώματα της παθολογίας του δημιουργού. Φθάνοντας στο λογικό συμπέρασμα αυτής της θεωρίας, καταλήγουμε ότι σ’ ένα τέλεια αναλυμένο κόσμο δε θα υπάρχει τέχνη και θα θεωρείται ότι η μυθική σκέψη είναι παθολογική και χρειάζεται θεραπεία. Όμως, η μυθική σκέψη εμπεριέχει το σπόρο της αυτοθεραπείας.

Αποδέχεται ότι η εικόνα χρειάζεται χώρο για να ζήσει. Δεν αναλύει την εικόνα-τη διευρύνει. Σκοπός της δεν είναι να μειώσει ή να εμποδίσει την εικόνα, αλλά να την κάνει δυνατή, να μείνει μαζί της σε αβεβαιότητα και να την αφήσει να μεγαλώσει. Το νόημα της εικόνας βρίσκεται μέσα στην ίδια την εικόνα, όπως η ζωή βρίσκεται μέσα στο σώμα. 
Το ίδιο το υλικό, της καλλιτεχνικής διαδικασίας, περιέχει μέσα του το σπόρο μίας καλύτερης προσαρμογής και επομένως κοιτά μπροστά. 
Είναι σα να λέμε ότι μέσα στην ίδια την ψυχή ενυπάρχουν οι σπόροι εξέλιξης, δημιουργίας, αυτοπραγμάτωσης. 
Η τέχνη αντιπροσωπεύει μια νέα σύνθεση ανάμεσα στον εσωτερικό υποκειμενικό κόσμο του καλλιτέχνη και στην εξωτερική πραγματικότητα. Ο καλλιτέχνης επιλέγει υλικά από την εξωτερική και εσωτερική πραγματικότητα. 
Το έργο ενσωματώνει ένα συνδυασμό και των δύο και η ολοκλήρωση αυτή δίνει μια αίσθηση συμφιλίωσης και αποδέσμευσης. Αυτή η αναζήτηση της ισορροπίας ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες είναι η αναζήτηση της ολότητας. Είναι η αναζήτηση των συνδέσμων ανάμεσα στα παράταιρα κομμάτια του εαυτού μας.

Η Irene Champernowne υποστηρίζει ότι ίσως περισσότερο σήμερα παρά ποτέ, που αποδίδουμε πολύ μεγάλη αξία στη διανοητική και εγκεφαλική δραστηριότητα αποκλείοντας το συναίσθημα, ο άνθρωπος στρέφεται για να βρει την πραγματική ζωή στην έκφραση μέσω των τεχνών.
Όμως ο θεμελιώδης χαρακτήρας της τέχνης δεν είναι απλώς και μόνο η έκφραση, αλλά η δημιουργική έκφραση. Γι’ αυτό η τέχνη έχει ένα πολύ συγκεκριμένο σκοπό : τον σκοπό όχι μόνο να περιγράφει ή να εκφράζει, αλλά να οδηγεί προς την πορεία εξερεύνησης των αισθημάτων μας. Όταν ξεχνά αυτόν τον σκοπό ξεχνάει τον εαυτό της γίνεται μάταιο και χωρίς νόημα παιχνίδι.
Μέσα από τη διαδικασία του κάνω τέχνη επικοινωνούμε με τον εαυτό μας.
Όταν ο καλλιτέχνης προχωρά πολύ μέσα του, το έργο γίνεται πολύ ενδόμυχο, ενώ όταν υπάρχει πολύς έλεγχος, το αποτέλεσμα θα είναι ψυχρό, μηχανικό και χωρίς έμπνευση. Αν το αυθόρμητο έργο τέχνης προσαρμόζεται σε διάφορες απόψεις τεχνικής, τότε η ουσία της επικοινωνίας χάνεται, από τους κανόνες της δημιουργίας της δομής.
Ο καλλιτέχνης μπορεί να θεωρηθεί σαν κάποιος που λέει πάμε και αφήνει να κυριαρχήσουν άλλες πλευρές του εαυτού του, όχι η κοινωνική.
Δεν υπάρχει μαγική συνταγή για την ανάπτυξη, δημιουργία. Ο καθένας βρίσκει το δικό του τρόπο και τον δικό του χρόνο. Όπως είπε ο Auden (1956) η τέχνη της ανάπτυξης, δημιουργίας, είναι μάλλον η διαισθητική τέχνη της φύσης που ερωτοτροπεί και περιμένει. Η Milner, γράφοντας σχετικά με τον τρόπο που η ίδια ζωγράφιζε τους ανθρώπους λέει : Για να καταλάβει κανείς τους άλλους, για να κάνει τους ίδιους και τη μοναδικότητά τους εντελώς πραγματική γι’ αυτόν, πρέπει κατά κάποιο τρόπο να θέσει τον εαυτό του μέσα στους άλλους, να καταργήσει προσωρινά τον αποχωρισμό του εαυτού του από τον άλλο, που με τόσο κόπο έχει επιτύχει.
Να σπάσει το φράγμα ανάμεσα στον εαυτό του και στον άλλο και την ίδια στιγμή να μπορεί να το διατηρήσει. Αυτή είναι και η παραδοξότητα της δημιουργίας.
Ο χορευτής που εμφανίζεται με τη μάσκα του θεού ή δαίμονα δεν μιμείται απλώς το θεό ή δαίμονα, αλλά προσλαμβάνει το χαρακτήρα του. Μετατρέπεται σε θεό ή δαίμονα εκείνη τη στιγμή. Τίποτα λοιπόν δεν θεωρείται, δεν αναπαρίσταται, δεν υποτίθεται, ότι δεν είναι την ίδια στιγμή πραγματικό και ουσιαστικό.
Η τέχνη δεν αποτελεί μίμηση μονάχα της πραγματικότητας, αλλά μεταφυσικό συμπλήρωμα αυτής της πραγματικότητας, τοποθετημένο δίπλα της για να την υπερνικήσει.
Ο καλλιτέχνης κάθε φορά που του αποκαλύπτεται η αλήθεια, προσβλέπει εκστατικός σ’ αυτό που και μετά την αποκάλυψη παραμένει σκεπασμένο μ’ ένα νέο πέπλο. Το καλλιτεχνικό βλέμμα δεν είναι ένα βλέμμα παθητικό που απλώς δέχεται ή καταγράφει τις εντυπώσεις της εξωτερικής πραγματικότητας. Είν’ ένα βλέμμα δημιουργικό.
Η καλλιτεχνική εμπειρία είναι πάντοτε μια δυναμική όχι μια στατική διάθεση. Τόσο για τον ίδιο τον δημιουργό όσο και για τον δέκτη.
Ακόμη και ο θεατής του έργου τέχνης, δεν περιορίζεται σ’ ένα απλό παθητικό ρόλο. Προκειμένου να αντιμετωπίσει και να απολαύσει το έργο τέχνης πρέπει να το δημιουργήσει κατά το δικό του μέτρο. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ή να νιώσουμε χωρίς να επαναλάβουμε, να ανακατασκευάσουμε, χωρίς να μπούμε στο δημιουργικό κόσμο του άλλου.
Θαυμάσιο παράδειγμα αυτού, είναι τα τεράστια, μισοτελειωμένα γλυπτά του Μιχαήλ Άγγελου, της Φλωρεντίας.
Τεράστιες επιβλητικές μορφές σκλάβων που παλεύουν με δύναμη να απελευθερωθούν από την πέτρα… Να πως ο ίδιος ο Μιχαήλ Άγγελος είχε περιγράψει την διαδικασία. Οι μορφές είχαν θαφτεί και παγιδευτεί μέσα στις πέτρες, πριν αρχίσει αυτός να τις σκαλίζει και σκοπός του ήταν να σπάσει προσεκτικά την πέτρα και να τους βοηθήσει να παλέψουν για να ελευθερωθούν και να εμφανιστούν.
Θα ήθελα να προσθέσω σαν επίλογο τα λόγια του Νίτσε :
Ο ευγενής και προικισμένος άνθρωπος φτάνει αναπόφευκτα, πριν απ’ τα μέσα της ζωής του, σε τέτοια σημεία ορόσημα της περιφέρειας, απ’ όπου το βλέμμα του βυθίζεται στο ανεξερεύνητο. Κι’ όταν, εκείνη τη στιγμή, ανακαλύπτει τρομοκρατημένος ότι η λογική που’ φτασε σ’ αυτό το όριο αναδιπλώνεται στον εαυτό της και καταλήγει να δαγκώσει την ουρά της, τότε του αποκαλύπτεται μια νέα μορφή γνώσης η τραγική γνώση που’ χει ανάγκη, για να γίνει δημιουργική, την προστασία και το φάρμακο της τέχνης. 

«Εκεί που τελειώνει η ισχύς των λέξεων, αρχίζει αυτή της μουσικής» Ρίχαρντ Βάγκνερ

ΜΟΥΣΙΚΗ

Η μουσική μας λέει ο Debussy, είναι η πιο ευγενική από τις τέχνες, γιατί δίνει στην ανθρώπινη ψυχή τη δυνατότητα να εκφραστεί τελείως ελεύθερα, δίχως να περιορίζεται από σύμβολα όπως χρώματα ή οι λέξεις.  Χάρη στον μεταβλητό χαρακτήρα, που τη διακρίνει, που μοιάζει με τον ανθρώπινο, η μουσική μεταπλάθεται συνέχεια. Αρχικά μια μουσική σύνθεση επηρεάζεται από την ιστορική στιγμή, από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, από την ατμόσφαιρα και την νοοτροπία της εποχής. Ύστερα στην μουσική ερμηνεία επιδρά η προσωπικότητα του μαέστρου και των μουσικών που την εκτελούν. Αλλά ο ακροατής είναι αυτός που θα της δώσει την τελειωτική της μορφή ανάλογα με τον τρόπο που τη συλλαμβάνει. 

Η μουσική έκφραση επιτρέπει ακόμη τη συνήχηση – συνύπαρξη διαφορετικών ήχων, αντιφατικών συναισθημάτων και μ’ αυτή την έννοια ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ψυχισμού, αφού οι ανθρώπινες τάσεις και επιθυμίες χαρακτηρίζονται συχνά από αντιφατικότητα.
Γι’ αυτό μια μουσική σύνθεση μπορεί να εκφράσει ψυχικές καταστάσεις που είναι ίσως αδύνατο να εκφραστούν με λόγια. 
Ο Νίτσε γράφει στο βιβλίο του η γέννηση της τραγωδίας. Η μουσική μιλά για την ουσία των πραγμάτων, όχι μονάχα απεριόριστα πιο πλατιά μα και εσωτερικά φωτισμένα. Η μουσική αποτελεί ουσιαστικό μέσο έκφρασης. Κάθε επαφή με την τέχνη γυμνάζει τη φαντασία, την κάνει πιο δυνατή και πιο ευέλικτη. Έτσι επιτρέπει στον άνθρωπο να κατανοήσει ακόμη καλύτερα τη ζωή. Δεδομένου ότι η Μουσική είναι πιο αφηρημένη από τις άλλες τέχνες, απαιτεί για την κατανόησή της πιο γυμνασμένη φαντασία. Ο ακροατής δε γυμνάζει τη φαντασία του όταν αφήνεται να παρασυρθεί από του ήχους, αλλά όταν παρακολουθεί το έργο ολόκληρος. Δηλαδή με το Νου, το Συναίσθημα και το Ένστικτο. 

Ο επιστήμονας συλλαμβάνει το θέμα λογικά και το παρουσιάζει σαν νόμο. Ο καλλιτέχνης συλλαμβάνει το θέμα διαισθητικά και το παρουσιάζει συμβολικά.
Ο Άκης Μπελεζίνης στο βιβλίο του "το χέρι του Ιωάννη" γράφει : Έχει εκφραστεί η άποψη πως η ψυχική αρρώστια είναι η αρρώστια μιας ψυχής που έχασε την ελευθερία της. Ίσως είναι ο πόνος μιας ψυχής που έχασε το τραγούδι της αλλά και τη δυνατότητα να ακούει το τραγούδι των άλλων. Μιας ψυχής που έχασε τη μουσική της. Και η έννοια της μουσικής είναι τόσο παλιά όσο και η δημιουργία του κόσμου, αφού ο ρυθμός, ένα από τα βασικότερα στοιχεία της γεννήθηκε με την πρώτη πνοή της ζωής. Ότι ζει πάλλεται. Όλα δείχνουν ένα ρυθμό. Ο ρυθμός είναι που κάνει τα πουλιά να πετούν. Ο ρυθμός κάνει τα πλάσματα της γης να περπατούν.Είναι ένας νόμος παγκόσμιος ο νόμος του ρυθμού που ορίζει την ίδια τη ζωή σε όλες τις μορφές της. Ο Ταγκόρ σ’ ένα ποίημά του λέει: «ο ίδιος ο ποταμός ζωής που τρέχει στις φλέβες μας νύχτα – μέρα, διασχίζει τον κόσμο ολόκληρο χορεύοντας σε ρυθμικούς παλμούς».

Γιατί θα πρέπει ο ρυθμός να έχει μια τέτοια επίδραση πάνω μας;
Επειδή εμείς οι ίδιοι είμαστε ρυθμός. Ο κτύπος της καρδιάς μας, ο σφυγμός που πάλλεται στον καρπό ή στο κεφάλι μας, η κυκλοφορία μας, η λειτουργία ολόκληρου του μηχανισμού του σώματος μας είναι ρυθμική.
Για να ηρεμήσει ένα παιδί η μητέρα του το κτυπάει απαλά στην πλάτη. Χωρίς να το ξέρει, ενστικτωδώς δίνει ρυθμό στο σώμα του.
Ο ρυθμός δίνει τη δύναμη και τη θέληση, δείχνει την τάση που υπάρχει μέσα μας για ανάπτυξη, προς το να συνεχίσουμε να ζούμε και να δημιουργούμε.
Εν αρχή ην ο ρυθμός. Έτσι ξεκινούν όλοι οι μελετητές της ιστορίας της μουσικής.  Το ρυθμικό χτύπημα των χεριών είναι το πρώτο κρουστό που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Είναι μαγική επίδραση που ασκεί στον άνθρωπο η μουσική. Αυτή η μυστήρια σχέση του ήχου με την ανθρώπινη ψυχή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κατάλοιπο του πρωτόγονου εαυτού μας.
Στους πολιτισμούς των Τοτέμ, πιστεύουν πως καθένα από τα πνεύματα που κατοικούν στον κόσμο έχει το δικό του, τελείως προσωπικό ήχο. Η μίμηση αυτών των ήχων επέτρεπε, κατά την άποψή τους, στον άνθρωπο να διατηρηθεί στη ζωή.
Οι πρωτόγονοι πίστευαν πως κάθε ζωντανό ή νεκρό πλάσμα έχει τον ιδιαίτερο ήχο του ή το προσωπικό του κρυφό τραγούδι, το οποίο το καθιστά ευάλωτο στη μαγεία.  Γι’ αυτό οι γιατροί μάγοι τους εκτιμούσαν πως μπορούσαν να θεραπεύσουν τους ασθενείς τους μόνο αφού ανακάλυπταν αυτόν τον τελείως προσωπικό κρυφό τους ήχο.
Άλλωστε είναι γεγονός αναμφισβήτητο απ’ όλους μας, πως ο κάθε άνθρωπος έχει μια τελείως προσωπική χροιά στη φωνή του. Και ακόμη πως η διάθεση του γίνεται αισθητή από τις διακυμάνσεις της φωνής του – το τέμπο πόσο γρήγορα ή αργά μιλάει, το ρυθμό πως χωρίζει και τονίζει τις συλλαβές, τη δύναμη, τη γλυκύτητα, με άλλα λόγια από τη μουσικότητα της φωνής του.
Δύο είναι οι μουσικές τάσεις που κυριάρχησαν στους μουσικούς πολιτισμούς μέσα στο χρόνο. Δύο τάσεις μουσικής έκφρασης υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν σαν ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί. Ο Κλασικισμός και ο Ρομαντισμός.

Κλασικισμός

Οι συνθέτες της εποχής του Κλασικισμού ανέπτυξαν μια μουσική γλώσσα που μπορεί να γίνει αντιληπτή από τον ακροατή σε όλη τη διάρκεια του έργου πολύ εύκολα.  Παρακολούθηση όμως σημαίνει εγρήγορση, όχι ονειροπόληση και προϋποθέτει γνώση της μουσικής γλώσσας και ικανότητα σύλληψης της δομής. Ζητά δηλαδή από τον ακροατή να είναι γνώστης των μουσικών κανόνων.
Με άλλα λόγια η απόλαυση της μουσικής του κλασικισμού προϋποθέτει την ενεργό πνευματική συμμετοχή του ακροατή.
Ο μουσικός κλασικισμός μιλά με την κυριολεκτική, όχι τη μεταφορική γλώσσα.
Κυριολεξία όμως δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το σαφή διαχωρισμό, σωστό-λάθος, υποκειμενικότητα – αντικειμενικότητα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι την εποχή εκείνη απαγορευόταν να ακουστούν παραμύθια σε παιδικό δωμάτιο, από το φόβο ότι φανταστικός τους κόσμος ήταν επικίνδυνος για τα παιδιά.
Βασικό χαρακτηριστικό της εποχής του κλασικισμού είναι η απλότητα και η καθαρότητα. Τα πάντα κρυστάλλινα και διαυγή σα γάργαρο νεράκι. Όμως ακριβώς αυτές οι ιδιότητες είναι που θεωρήθηκαν ανάθεμα από τους ρομαντικούς. Ο Κλασικισμός διατυπώνει με σαφήνεια και λιτότητα, τις αρετές της φωτεινής πλευράς.  Η άλλη της πλευρά όμως η λιγότερο φωτισμένη λείπει και η απουσία της σημαίνει ότι
ο μουσικός κλασικισμός του δέκατου όγδοου αιώνα δεν περιγράφει ολόκληρη την ανθρώπινη υπόσταση.
Κάθε εποχή δίνει βάρος σε ένα πράγμα και δημιουργεί μια τεχνοτροπία για να εκφράσει αυτή τη ροπή.
Ο Κλασικισμός έδωσε βάρος στην κυριολεξία και τη λογική. Ο Ρομαντισμός στη μεταφορά και το συναίσθημα.

Ρομαντισμός

Μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα όλα τα μουσικά έργα ακόμη και εκείνα που θεωρούμε σήμερα βαθύτατα προσωπικά, γράφτηκαν κατά παραγγελία για άμεση και συγκεκριμένη χρήση. Ο δημιουργός τους ήταν κατά κύριο λόγο μουσικοτεχνίτης, δεσμευμένος με συμβόλαιο να υπηρετεί τον εργοδότη, τον πρίγκιπα ή επίσκοπο.
Η εποχή του Ρομαντισμού ήταν η εποχή που ανακήρυξε τη μουσική σε υπέρτατη τέχνη και το συνθέτη σε αρχιερέα της. Ο ρόλος του μουσικού τεχνίτη είχε πια ξεπεραστεί. Η μουσική έγινε λιγότερο αφηρημένη, καθώς οι συνθέτες επεδίωξαν να αποδώσουν με ήχους τα συναισθήματα που σε πολλές περιπτώσεις τους είχε προκαλέσει ένα ποίημα ή ένας πίνακας ζωγραφικής.
Η φαντασία συνδυάζει ανεξάρτητες εμπειρίες, να καταργεί τις μεταξύ τους διαχωριστικές γραμμές και να τείνει προς τη σύνθεση του όλου. Έτσι η Φαντασία αποκτά μεγάλη σημασία, υποβιβάζεται η Λογική και μεγαλώνει η σημασία του Συναισθήματος.
Έτσι φτάνουμε σε μια θεμελιώδη αρχή του Ρομαντισμού:
Το συναίσθημα είναι σημαντικότερο από τη Λογική.
Ο Ρομαντικός συνθέτης, θέλει πάνω απ’ όλα να προβάλει το Συναίσθημα. Με τον Ρομαντισμό οι αξίες γίνονται πιο υποκειμενικές ενώ δημιουργείται ρήξη με τους κανόνες που είχε δημιουργήσει η μέχρι τότε παράδοση των κλασικών καλλιτεχνών.
Πώς εκδηλώνεται στη μουσική ότι το Συναίσθημα είναι σημαντικότερο από τη Λογική;
Η απάντηση που δίνεται στις ιστορίες της μουσικής είναι:
«Η υπεροχή του Συναισθήματος εκδηλώνεται με την εξασθένηση της Δομής»

 Ο Ρομαντικός συνθέτης όρισε ως καλλιτεχνικό σκοπό την προβολή της ατομικότητάς του, μια απροκάλυπτη εκ βαθέων εξομολόγηση, υποκειμενική στο έπαρκο. Μια χαρακτηριστική τάση των ρομαντικών είναι η χλομή αντιμετώπιση της ζωής. Δυο δυνάμεις κυβερνούν τη Ρομαντική ψυχή, η μαγγανεία της σκοτεινής της πλευράς  και ο φόβος του αύριο.
Στο έργο των Ρομαντικών βρίσκουμε την κατάφαση και την Άρνηση της ζωής.
Κατάφαση υπάρχει στην εξερεύνηση της ατομικής προσωπικότητας, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει την αναγνώριση της σκοτεινής πλευράς της.
Άρνηση υπάρχει στην αποφυγή της ανανέωσης, στον φόβο του αύριο, στην στροφή προς τη νύχτα και την ανυπαρξία. Η Άρνηση και η Κατάφαση της ζωής δεν πρωτοεμφανίστηκαν σαν καλλιτεχνικές τάσεις τον δέκατο ένατο αιώνα. Όμως ειδικά
εκείνη την εποχή οι καλλιτέχνες ήταν τόσο ευαίσθητοι τόσο ευάλωτοι συναισθηματικά, που παγιδεύτηκαν από την Άρνηση και την Κατάφαση σε μανιοκαταθλιπτικούς κύκλους.

 Επίλογος

Ο Ερνστ Κασσίρερ θέτει ένα διπλό ερώτημα. Λογική επεξεργασία ή Συναίσθημα;
Ψυχραιμία και «μίμησης» των αντικειμενικών γεγονότων ή αντιθέτως θερμόαιμη έκφρασης των εσωτερικών μας ψυχοσυγκρούσεων ως ανθρωπίνων πλασμάτων;
Απαντά με ένα ναι σε όλα και προσθέτει ένα επιπλέον σε όλα. Ένα επιπλέον που ονομάζεται καλλιτεχνική μορφή και δείχνει ότι η παιδευτική αξία της τέχνης συμπίπτει με τις υπαγορεύσεις της ανθρώπινης ελευθερίας, ίσως μάλιστα η τέχνη είναι το μόνο δυνατό μονοπάτι ελευθερίας