Χρήση σε παιδιά και εφήβους:

Το Valdoxan δε συνιστάται για τη θεραπευτική αγωγή της κατάθλιψης σε ασθενείς κάτω των 18 ετών,εφόσον δεν έχει αποδειχτεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Valdoxan σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Σε κλινικές δοκιμές σε παιδιά και εφήβους που ακολούθησαν αγωγή με άλλα αντικαταθλιπτικά, παρατηρήθηκε συχνότερα αυτοκτονική συμπεριφορά (απόπειρα αυτοκτονίας και αυτοκτονικές σκέψεις) και εχθρότητα (κυρίως επιθετικότητα, αντιδραστική συμπεριφορά και οργή) συγκριτικά με όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο.

 Χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια:

Το Valdoxan δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπευτική αγωγή μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια, εφόσον δεν έχει αποδειχτεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Valdoxan σε αυτούς τους ασθενείς.

Μανία / Υπομανία:

To Valdoxan θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό μανίας ή υπομανίας και θα πρέπει να διακόπτεται εάν κάποιος ασθενής εκδηλώσει συμπτώματα μανίας.

Αυτοκτονία/αυτοκτονικές σκέψεις:

Η κατάθλιψη συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοκαταστροφής και αυτοκτονίας (αυτοκτονικά επεισόδια). Ο κίνδυνος αυτός επιμένει έως ότου επέλθει σημαντική ύφεση. Επειδή η βελτίωση μπορεί να μην εκδηλωθεί κατά τις πρώτες εβδομάδες αγωγής ή και αργότερα, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά μέχρις ότου σημειωθεί αυτή η βελτίωση. Σύμφωνα με τη γενική κλινική εμπειρία, ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί κατά τα πρώτα στάδια της ανάρρωσης.

Είναι γνωστό ότι οι ασθενείς με ιστορικό αυτοκτονικών επεισοδίων ή εκείνοι που εκδηλώνουν σημαντικό βαθμό αυτοκτονικού ιδεασμού πριν την έναρξη της αγωγής αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή απόπειρας αυτοκτονίας και θα πρέπει να τυγχάνουν προσεκτικής παρακολούθησης κατά τη διάρκεια της αγωγής. Μια μετα-ανάλυση ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών με αντικαταθλιπτικά σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με αντικαταθλιπτικά, συγκριτικά με το εικονικό άρμακο, σε ασθενείς κάτω των 25 ετών. Στενή επίβλεψη των ασθενών και ιδιαίτερα των ασθενών υψηλού κινδύνου θα πρέπει να συνοδεύει την αγωγή, κυρίως κατά τα πρώτα στάδια της αγωγής και μετά από κάθε τροποποίηση της δόσης.

Οι ασθενείς (και οι περιθάλποντες αυτούς) θα πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση για την αναγκαιότητα παρακολούθησης κάθε κλινικής επιδείνωσης, αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων και ασυνήθιστων μεταβολών της συμπεριφοράς και να αναζητούν άμεσα ιατρική συμβουλή εάν εκδηλωθούν τέτοιου είδους συμπτώματα.

Συνδυασμός με αναστολείς του CYP1A2

Ο συνδυασμός με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2 αντενδείκνυται. Προσοχή θα πρέπει να δίδεται όταν το Valdoxan συνταγογραφείται με μέτριους αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. προπρανολόλη, γρεπαφλοξασίνη, ενοξασίνη) γιατί μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένη έκθεση στην αγομελατίνη.

Αυξημένες τρανσαμινάσες του ορού:

Σε κλινικές μελέτες, έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού (>3 φορές από το ανώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους), σε ασθενείς που λαμβάνουν Valdoxan και ιδιαίτερα τη δόση των 50 mg Όταν το Valdoxan διακοπτόταν σε αυτούς τους ασθενείς, οι τρανσαμινάσες του ορού επανέρχονταν συνήθως στα φυσιολογικά επίπεδα. Δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να γίνονται σε όλους τους ασθενείς: κατά την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια περιοδικά, μετά από περίπου έξι εβδομάδες (λήξη της οξείας φάσης), μετά από περίπου δώδεκα και εικοσιτέσσερις εβδομάδες (λήξη της φάσης συντήρησης) και από εκεί και στο εξής όποτε ενδείκνυται κλινικά. Κάθε ασθενής που παρουσιάζει αυξημένες τρανσαμινάσες του ορού θα πρέπει να επαναλαμβάνει τις δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας εντός 48 ωρών. Η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται εάν η αύξηση των τρανσαμινασών του ορού υπερβαίνει κατά 3Χ το ανώτατο φυσιολογικό όριο και οι δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται τακτικά μέχρι την αποκατάσταση των τρανσαμινασών του ορού σε φυσιολογικά επίπεδα.

Εάν κάποιος ασθενής εκδηλώσει συμπτώματα που υποδηλώνουν ηπατική δυσλειτουργία, πρέπει να πραγματοποιηθούν δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας. Η απόφαση εάν ο ασθενής θα συνεχίσει την αγωγή με Valdoxan θα πρέπει να καθοδηγείται από την κλινική κρίση, εν αναμονή της αξιολόγησης των εργαστηριακών εξετάσεων. Εάν παρατηρηθεί ίκτερος, η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται.

Απαιτείται προσοχή όταν το Valdoxan χορηγείται σε ασθενείς που καταναλώνουν μεγάλη ποσότητα οινοπνεύματος ή ακολουθούν αγωγή με φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με κίνδυνο ηπατικής βλάβης.