Η σχιζοφρένεια είναι μια κοινή και σοβαρή ψυχιατρική ασθένεια που επηρεάζει το 0,5-1% του πληθυσμού στην πρώιμη ενήλικη ζωή. Παρά τη συνεχιζόμενη πρόοδο, οι τρέχουσες θεραπείες συνεχίζουν να έχουν σημαντικές παρενέργειες και ασυνεπή αποτελεσματικότητα μεταξύ των ασθενών. Η νόσος παραμένει ανίατη, με καλύτερη έκβαση τον έλεγχο των συμπτωμάτων και τη διατήρηση επαρκούς λειτουργικότητας και ανεξαρτησίας.

Η σχιζοφρένεια είναι μια ασθένεια με αξιοσημείωτη φαινοτυπική ετερογένεια. Τα συμπτώματα γενικά χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες . Τα θετικά συμπτώματα, με τα οποία το ευρύ κοινό είναι περισσότερο εξοικειωμένο, περιλαμβάνουν παραισθήσεις και αυταπάτες διαφορετικού περιεχομένου και είναι ίσως τα πιο ενοχλητικά. Τα αρνητικά συμπτώματα περιλαμβάνουν την έλλειψη κινήτρων, την ανηδονία και το επίπεδο συναίσθημα. Τα γνωστικά συμπτώματα όπως ελαττώματα στην προσοχή, στη συγκέντρωση, στη μνήμη εργασίας και στην κριτική σκέψη είναι τα πιο ανίκανα, οδηγώντας σε σημαντική αναπηρία  Κάθε ασθενής μπορεί να έχει διαφορετικό συνδυασμό των τριών τύπων συμπτωμάτων που οδηγεί σε έναν γενικό εξαιρετικά ετερογενή φαινότυπο. Τα συναισθηματικά συμπτώματα μπορεί να συνδυαστούν με τα κλασικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας που οδηγούν σε σχιζοσυναισθηματική διαταραχή, την οποία ορισμένοι γενετικοί ερευνητές κατηγοριοποιούν ως σχιζοφρένεια και άλλοι με διπολική διαταραχή (BD). Η ετερογένεια εκδηλώνεται επίσης στην ανταπόκριση των ασθενών στη φαρμακευτική αγωγή, με αποτέλεσμα συχνά πολλαπλές αλλαγές στη θεραπευτική στρατηγική κατά τη διάρκεια της νόσου καθώς οι ασθενείς περιηγούνται σε αναποτελεσματικές θεραπείες Είναι σαφές ότι οι σχιζοφρενείς ασθενείς θα ωφεληθούν σημαντικά από μια ισχυρή πρόβλεψη της ανταπόκρισής τους μέσω της εξατομικευμένης ιατρικής. Η καλή κατανόηση της υποκείμενης γενετικής, της σημασίας των περιβαλλοντικών παραγόντων και της αλληλεπίδρασης των δύο, μαζί με τον προσεκτικό κλινικό χαρακτηρισμό μπορεί να το επιτύχει στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον.

 

Σύνδεση Σχιζοφρένεια-Χρωμοσώματα:

Στη σχιζοφρένεια, οι μελέτες αναφέρουν διεθνώς πως τα ποσοστά συσχέτισης μεταξύ πανομοιότυπων διδύμων 41-65%, γεγονός που δηλώνει πως γενετικοί αλλά και μη γενετικοί (περιβαλλοντικοί) παράγοντες έχουν σημαντικό ρόλο. Ωστόσο,  η απεμπλοκή των γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων δεν είναι απλή. Επιπλέον, η εκτεταμένη ανάλυση DNA, διαπιστώνει πως δεν υπάρχει ένα μόνο γονίδιο που να εμπλέκεται στη σχιζοφρένεια. Αντίθετα, πολλά γονίδια φαίνεται να συνδέονται με αυτήν την κατάσταση και η επίδραση τους μπορεί να είναι ανεξάρτητη ή σωρευτική. 

Πολλές έρευνες απέδειξαν μετά από πολύ καιρό ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ γονιδιώματος και της σχιζοφρένειας. Ωστόσο, τα αρχικά αποτελέσματα από μερικές έρευνες δεν είχαν δείξει επαρκή αποτελέσματα για την υποστήριξη της θεωρίας τους είτε λόγω μικρής ποσότητας δειγμάτων είτε των ανεπαρκών πληροφοριών για το γονιδίωμα. 

 

 

 

Εικόνα 1  Χρωμοσωματικά ιδεογράμματα που δείχνουν θέσεις σημαντικών συνδέσεων σε όλη τη γενωμική μορφή στη σχιζοφρένεια

 

 

Πρόσφατα έχουν αναφερθεί δύο μετα-αναλύσεις σύνδεσης γονιδίων και σχιζοφρένειας. Κάθε μία χρησιμοποίησε διαφορετικές μεθόδους και, χωρίς έκπληξη, έλαβε επικαλυπτόμενα αλλά κάπως διαφορετικά αποτελέσματα. Η μελέτη των Badner και Gershon υποστήριζε την ύπαρξη γονιδίων ευαισθησίας στα χρωμοσώματα 8p, 13q και 22q, ενώ τα Lewis προτιμούσαν περισσότερο 2q, αλλά επίσης διαπίστωσαν ότι ο αριθμός των τόπων που πληρούσαν τα συνολικά κριτήρια για τη σημασία ήταν πολύ μεγαλύτερη από τον αριθμό των τόπων που αναμένονται τυχαία (p <0.001). Ευρήματα υπάρχουν επίσης για περιοχές σε χρωμοσώματα 5q, 3ρ, 11q, 6ρ, 1q, 22q, 8ρ, 20q και 14ρ. Έτσι οι περιοχές 8p και 22q υποστηρίχθηκαν και από τις δύο μετα-αναλύσεις, αλλά οκτώ άλλες περιοχές υποστηρίχθηκαν μόνο από μία. 

Κωνσταντίνος Αθανασόπουλος,

Απόφοιτος του Τμήματος Μοριακής Βιολογίας & Γενετικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης