Αν και ο όρος "ανορεξία" υπονοεί την απώλεια όρεξης, αυτό δεν είναι σωστό.  Οι ασθενείς  με ανορεξία τρομάζουν στην ιδέα της απώλειας του ελέγχου της όρεξής τους.  Οι ασθενείς έχουν έναν φόβο ότι η τροφή που λαμβάνουν  θα γίνει  αμέσως λίπος, έτσι πρέπει να διατηρήσουν τον έλεγχο της λήψης τροφής παρά τη  πείνα. 

Πολλοί απέχουν από τα τρόφιμα, και άλλοι μετά τη λήψη τροφής προβαίνουν σε προκλητό εμετό ή στη χρήση καθαρτικών.  Ο εμετός και η χρήση καθαρτικών μπορούν επίσης να παρατηρείται και στα άτομα  των οποίων η κατανάλωση τροφίμων είναι ελάχιστη.  
Η διαταραχή αρχίζει συνήθως την περίοδο της εφηβείας, περιλαμβάνει την ακραία απώλεια βάρους -- τουλάχιστον 15% κάτω από το κανονικό βάρος  του ατόμου.  Πολλοί άνθρωποι με την διαταραχή είναι αδύνατοι αλλά είναι πεπεισμένοι ότι είναι υπέρβαροι.  Οι άνθρωποι με την ανορεξία λιμοκτονούν ακόμα κι αν υποφέρουν τρομερά από τους πόνους πείνας και  είναι τρομαγμένοι για την αύξηση  του βάρους. Η ασθένεια αυτή μπορεί να βλάψει τα ζωτικής σημασίας όργανα όπως τη καρδιά και τον εγκέφαλο.

Τα διαγνωστικά κριτήρια της ψυχογενούς ανορεξίας, κατά το DSM-IV, είναι τα εξής:
1. Άρνηση του ατόμου να διατηρήσει το βάρους του σώματος άνω από ένα ελάχιστο φυσιολογικό βάρος για την ηλικία και του ύψος του, π.χ. απώλεια βάρους που οδηγεί στη διατήρηση βάρους του σώματος 15% κάτω από το αναμενόμενο ή αδυναμία να κερδίσει αναμενόμενο βάρος στη διάρκεια της περιόδου ανάπτυξης που οδηγεί σε βάρος σώματος 15% κάτω από το αναμενόμενο.
2. Έντονος φόβος του ατόμου μήπως πάρει βάρος ή γίνει παχύ, ακόμα κι όταν το βάρος του είναι κάτω από το κανονικό.
3. Διαταραχή στον τρόπο που κανείς βιώνει το βάρος, το μέγεθος ή το σχήμα του σώματός του, π.χ. το άτομο ισχυρίζεται ότι νιώθει παχύ, ακόμη κι όταν είναι κάτισχνο. Πιστεύει ότι μια περιοχή του σώματος του είναι "πολύ παχιά", ακόμη κι όταν το βάρος της είναι κάτω από το κανονικό.
4. Σε γυναίκες, απουσία τουλάχιστον τριών διαδοχικών εμμηνορυσιών, ενώ κανονικά αναμένονταν να συμβούν (πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής αμηνόρροια). (Μια γυναίκα θεωρείται ότι έχει αμηνόρροια εάν οι περίοδοί της έρχονται μόνο μετά τη χορήγηση ορμονών π.χ. οιστρογόνων).