H ιστορία της Λένας, (που περνώντας σε μια φάση έντονων αλλαγών στη ζωή της άρχισε να παθαίνει κρίσεις πανικού) .Κάποια στιγμή χρειάζεται να γυρίσουμε πίσω για να καταλάβουμε τι έγινε. ‘Έτσι κι εγώ, σαν τον Κοντορεβιθούλη, άρχισα να ψάχνω τις πέτρες που είχα αφήσει για να βρω το δρόμο για το σπίτι, το εσωτερικό μου σπίτι. Ήθελα βοήθεια, όχι ντάντεμα. Πήγα στον ψυχίατρο. Ένας άγνωστος κύριος μου έδωσε διάφορα άγνωστα φάρμακα που τα κατάπινα μαζί με η ντροπή μου. Η αδυναμία μου να είμαι σαν τους άλλους με εξευτέλιζε. Ήταν η ώρα που τα I.Q. δεν βοηθάνε. Αλλά τότε δεν το ήξερα αυτό. Η συνειδητοποίηση και η αποδοχή της κατάστασης μου πήραν πολύ καιρό. Ο εγωισμός μου με κοντράριζε καθημερινά. Έχω όμως και τα καλά μου. Όταν κάποιος αποδεδειγμένα ξέρει, εγώ ακούω. Και τον κύριο τον άκουγα. Έπαιρνα τα φάρμακα μου και περίμενα. ‘Η έτσι νόμιζα. Αργότερα αποδείχτηκε ότι δεν περίμενα καθόλου. Είχα ήδη ξεκινήσει η διαδρομή παρέα με τους φόβους μου, τις κρίσεις πανικού και τα προσωπικά μου φαντάσματα. Τα φόρτωσα όλα στις αποσκευές και έφυγα μια βδομάδα στο Παρίσι με τις δύο φίλες μου.

 Η μυρωδιά της ελευθερίας με ξετρέλαινε. Οι πανικοί και τα γέλια πήγαιναν  παρέα. Επιτέλους ήμουνα η κυρίαρχος του εαυτού μου. Η χαρά, η παρέα, η τρέλα της εφηβείας που μου ‘χε λείψει, ήταν εκεί. Και τα γεύτηκα με τους πόρους ανοιχτούς. Για μια βδομάδα. Τα διέγραψα όλα. Μα όλα.

Κάποια μέρα συζητώντας με τον ψυχίατρο μου, τον ρώτησα: «Και δηλαδή, για μένα τώρα η ζωή τελείωσε; Δεν θα είμαι ποτέ ελεύθερη; Δεν Θα ερωτευθώ ποτέ; Δεν Θα μ’ αγαπήσουν πια; Όλα απαγορεύονται;  Με κοίταξε λίγο σιωπηλά, και μου είτε: «Όχι βέβαια. Σ αυτή τη ζωή όλα επιτρέπονται. Υπό έναν όρο: να είστε πάντα έτοιμη να πληρώσετε το τίμημα.» Και επειδή ένιωθα  ότι μέχρι τότε πλήρωνα για πράγματα που μου είχαν φορτωθεί, αποφάσισα ν’ αρχίσω να πληρώνω και για πράγματα που έκανα κέφι. Και πλήρωνα για χρόνια. Αλλά δεν το μετάνιωσα ποτέ.

Είχα αρχίσει πια να δουλεύω. Ήμουνα σχετικά ευχαριστημένη. Συναισθηματικά όμως ακάλυπτη. Και καθότι τα μυρίζομαι πια τα αδιέξοδα, πήγα σε μια ψυχολόγο. Ήθελα να καταφέρω τρεις βαρβάτους αποχωρισμούς. Τα χάπια, το πάθος και τους γονείς. Η σειρά προτεραιότητας παίζεται. Το σήμερα το βόλευα. Το χθες έπρεπε ν’ ανακαλύψω για να διώξω τα φαντάσματα που ακόμα με τρόμαζαν. Μου τράβαγαν πολλή ενέργεια που δεν μου περίσσευε. Κι έτσι έφτασα μπροστά στη γλυκιά, ήσυχη Κυρία και «πώς να ζήσετε η μεταβίβαση μαζί της». Άγριο πράμα. Και για κείνη και για μένα. Έπρεπε να εμπιστευτώ μιαν άγνωστη, να αφεθώ, να μιλήσω, να λύσω κόμπους μαζί της, να δέσω άλλους, να ξαναζήσω απ’ την αρχή όλα αυτά που επιμελώς είχα καταχωνιάσει, αυτά τα ανείπωτα, τα άγνωστα. Αυτά που έπρεπε να βγουν στο φως, ν’ αεριστούν. Αυτά που τα τρέφει το σκοτάδι και η άγνοια. Ήθελα να μάθω. Ό,τι κι αν μου κόστιζε.

Κι έτσι άρχισε το ταξίδι. Αυτή η πλεύση με τα πολλά μποφόρ. Χωρίς απαγόρευση απόπλου. Ο μόνος περιορισμός είναι ν’ ακουμπάς τα πονεμένα μέρη όσο αντέχεις κάθε φορά. Τα μπλόκα στη διαδρομή τα ‘βαζε ο εαυτός μου. Ήταν οι άμυνές μου. Και όταν υπάρχουν άμυνες σημαίνει ότι προϋπάρχουν απειλές, υπόγειες. Αυτές έψαχνα.
Όταν κοιτάω τις κόρες μου, η αγάπη με ξεπερνάει. Χάνομαι μέσα σ’ αυτά που νιώθω. Είναι τόσα πολλά και μεγάλα που τ’ αφήνω στην άκρη. Είμαι εκεί γι’ αυτές και το ξέρουν. Θα ‘μαι πάντα. Όσο αντέχω. Υποψιάζομαι ότι θα ‘μαι κι όταν δε θ’ αντέχω. Δεν ξέρω τι θα ‘κανα αν δεν τις είχα σ’ αυτή τη διαδρομή. Αν εγώ κράταγα τη σημαία, αυτές ήταν οι παραστάτιδες.

‘Ήταν η αδιαφιλονίκητη απόδειξη της ύπαρξής μου. Με τους καβγάδες μας, τις αγάπες μας, τις διεκδικήσεις μας. αντλούμε δύναμη η μία απ’ την άλλη. Προσπάθησα ν’ αποφύγω την παγίδα της υπερπροστασίας. Έτσι κι αλλιώς στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί. Είναι εξαιρετικές. Αν δεν ήταν κόρες μου, θα ‘θελα να ‘ταν φίλες μου. Δεν κρύβω την περηφάνια μου όταν τις κοιτάω. Όταν θα ‘ρθει η ώρα να με δικάσουν για τα λάθη μου, όπως όλοι κάνουμε με τους γονείς μας κάποιες φορές, ελπίζω να μου αναγνωρίσουν δικαιολογητικά. Θα θελα η ζωή γι’ αυτές να κυλάει χωρίς πολύ κόπο, χωρίς χρέη πεπρωμένου. Να ‘ναι καλά, να ‘ναι ευτυχισμένες. Θα ‘θελα... Θα ‘θελα...

Ο επιστημονικός όρος είναι αναλυτική ψυχοθεραπεία. Ουσιαστικά είναι το γιγαντιαίο puzzle της ζωής σου. Χιλιάδες κομματάκια που κάποια στιγμή φτιάχνουν την εικόνα. Μια εικόνα που τα άγνωστα μέρη της σε βοηθάνε να καταλάβεις τα γνωστά. Και να τ’ αλλάξεις. Να σπάσεις τις παλιές πατέντες, τις αρχαίες μήτρες και να πλάσεις το δικό σου καινούργιο καλούπι. Αν μπορείς. Αν αντέχεις. Όσο αντέχεις.

Είναι αυτό το γνώριμο που αναγνωρίζεις σε κάποιον. Η αίσθηση ότι το ξαναβρίσκετε εκεί που τ’ αφήσατε. Κι ας σου είναι άγνωστος. Είναι αυτή η ταμπέλα που λέει «Προσοχή εύθραυστον», που την ξέρεις τόσο καλά και τη διαβάζεις και αλλού. Τελικά η φράση «Να ‘σαι καλό παιδί» είναι κατάρα. Το «να ‘σαι» παιδί σού αφήνει περιθώρια. Είναι καταδίκη να ‘σαι «το καλό παιδί». Αν είσαι δε και έξυπνο, σοφό, μετρημένο, σοβαρό και καμάρι, τότε δύσκολα καθαρίζεις. Αυτή η δυσβάσταχτη ταμπέλα κυριολεκτικά σού αλλοιώνει το χαρακτήρα. Σου περιορίζει απελπιστικά τους τρόπους έκφρασης. Και όχι μόνο σαν «παιδί». Και τελικά, πότε ήσουνα παιδί, αφού ήσουνα όλα τ’ άλλα; Είναι όλη εκείνη η ευθύνη ότι οι πράξεις σου αντανακλούν πάνω στους γονείς. Τους αληθινούς και τους φανταστικούς. Οι τελευταίοι δε, είναι και αιώνιοι. Και κάτι παράλογα του τύπου: «Αμα θα ‘σαι καλή, θα σ’ αγαπάνε όλοι.» Λες και δεν έχουν τρελά αγαπηθεί άνθρωποι που μισήθηκαν με μανία. Δεν είπε ποτέ κανείς ότι το να εκπέμπεις συναίσθημα είναι το ζητούμενο. Το αν θα ‘ναι αγάπη, μίσος ή αντιπάθεια, είναι επιλογή του καθενός μας. Το πού θα το εκπέμπεις, είναι σοφία, είναι γνώση. Η ποσότητα, η συνταγή, το σωστό αποτέλεσμα είναι το προσωπικό copyright. Στη χειρότερη περίπτωση, το δείπνο θα ‘ναι για έναν. Δεν είναι ευχάριστο, σύμφωνοι. Αλλά τουλάχιστον το τραπέζι είναι πάντα γεμάτο, το φαγητό έχει σερβιριστεί. Πού ξέρεις! Την άλλη φορά μπορεί κάποιος να περάσει.

Η ψυχολογία για μένα ήταν πάντα κάτι μαγικό. Ήταν όμως και σαν τα έργα θρίλερ. Ξέρεις ότι δεν θα καλοπεράσεις, αλλά πας και το βλέπεις με το ένα μάτι. Στις δύσκολες σκηνές, δεν κοιτάς καθόλου. Αυτή τη φορά θα το έβλεπα όλο το έργο. Το ‘χα αποφασίσει. Επαναληπτικότητα, σταθερότητα και σταδιακά εμπιστοσύνη. Οι φορές που φεύγεις βαρύτερη απ’ ό,τι έρχεσαι. Με μεγαλύτερους πανικούς. Και ξαφνικά κάτι λέγεται ύστερα από κάποιο διάστημα που κάνει στο μυαλό σου ένα κλικ. Κάτι στον θυμίζει. Κάπου κάθεται μέσα σου. Σαν να βρήκε τη θέση του. Κάτι ελαφραίνει. Και συνεχίζεις να  πηγαινοέρχεσαι.

Υπάρχουν φορές που η αναλύτρια είναι ανακούφιση. Άλλες, ένας βαρύς όγκος στη ζωή σου. Και γενικά μία ακόμα εξάρτηση. Με τα καλά και τα κακά της. Η εξάρτηση έρχεται από την ανάγκη σου να πηγαίνεις εκεί για να βρεις τις λύσεις. Η υποχρεωτική αντιμετώπιση του εαυτού σου. Οι ατέλειωτες στιγμές σιωπής. Η στιγμή που ξεχνάς πώς μιλάνε. Η αγωνία να τα πεις γρήγορα, μην πάει χαμένη η ώρα. Που δεν μπορείς να φτιάξεις τα συναισθήματά σου σκέψεις λογικές και ανακοινώσιμες. Κι εκείνη να κάθεται απέναντι και να περιμένει. Να περιμένει και να ξέρει. Ταμπουρωμένη πίσω από τις γνώσεις και την αποστασιοποίηση. Είναι η ώρα της εχθρότητας. Η ώρα του εκνευρισμού και της αδικίας. Για κείνη. Για κείνη που προσπαθεί ν’ αντέξει το βάρος της μεταβίβασης που της πασάρεις. Και να σε βοηθήσει να το διαχειριστείς. Είναι η ώρα που την αγαπάς και τη μισείς συγχρόνως. Και  μέσα στον πανικό αυτής της εξάρτησης αναρωτιέσαι αν ξέρει να σε κρατήσει. Αν αντέχει. Μήπως σε παρατήσει γιατί κουράστηκε, βαρέθηκε. Ευχαριστώ πολύ. Το ξέρω. Είναι η μεταβίβαση. Αλλά για χώρεσέ τα εσύ όλα αυτά σ’ αυτή τη λέξη! Αν τα καταφέρεις, πες μου κι εμένα πώς, γιατί φορές , φορές ακόμα με ξεπερνάει.

Ξέρω ότι υπάρχουν φορές που φοβάμαι να ζήσω. Γιατί άμα ζεις, πρέπει και να πεθάνεις κάποια στιγμή. Μπαίνεις στη λίστα αναμονής. Όσο κρύβομαι φοβισμένη σε μια γωνιά, μπορεί να με ξεχάσει. Αυτός. Ή αυτοί. Ν’ αναζητήσουν άλλους, μεγαλύτερους. που έχουν κάνει τα πράγματα που ονειρευόντουσαν. Να ‘χουν τελειώσει. Εγώ δεν έχω καλά καλά αρχίσει ακόμα. Φορές φορές κουκουλώνομαι με καμιά κάπα, να μη φαίνομαι, να μην ακούγομαι, να γλυτώσω. Και τότε με πιάνει μια απελπισία. Ο χρόνος μου φεύγει. Οι ώρες γράφουν. Κι εγώ χάνομαι σ’ αυτό το παιχνίδι των φαντασμάτων. Ζωντανοί ή νεκροί κλέβουν από το δικό μου χρόνο Τη δικιά μου ζωή. Φτάνει. Κι όσο το σκέφτομαι αυτό τόσο ενοχοποιούμαι Προσπαθώ να τους εξευμενίσω. Φοβάμαι τη διάσταση Τα μαλώματα Τη σύγκρουση Αντικειμενικά απ’ τους καλυτέρους .Γιατί εγώ όμως νιώθω ότι μου τα πήραν όλα πείσω και ζητάνε ,κι άλλα  Μ’ έχουν αφήσει άδεια, ξεκρέμαστη και φοβισμένη Τελικά είναι πολύ απαιτητικοί οι πεθαμένοι.

Ξέρω ότι εσύ τώρα θα μου απαριθμήσεις αυτά που έχω πετύχει. Για σένα η εικόνα δεν αντιστοιχεί. Σε βεβαιώ ότι η πιο πολλή μου δύναμη σ’ αυτό αναλώνεται. Στην εξωτερική εικόνα. Της αυτάρκειας, της κυριαρχίας στα πράγματα. Αν μου την πάρεις, τι θα ‘χω; Δεν ξέρω αν θα ‘χω ποτέ τα κότσια να ταυτιστώ με την εσωτερική μου εικόνα, να αφεθώ. Και ν’ αρχίσω πάλι. Από την αρχή. Αλλά να, πότε πότε πάλι γίνομαι. μικρή και σιγά σιγά μεγαλώνω, δυναμώνω, θεριεύω. Γίνομαι γενναία, ατρόμητη. Και στο τέλος τέλος, γιατί όχι; Ελεύθερη.
Έχω τόσο πολύ παλέψει να φτιάξω το δικό μου σήμερα. Αυτό που θα με κρατήσει όταν σι άλλοι δύο φύγουν. Να ‘ναι δυνατό, να ‘ναι αρκετό. Να μου διώχνει τους φόβους τη μέρα, να με κοιμίζει τη νύχτα. Τους θέλω όμως. Απελπισμένα, λυσσαλέα. Θέλω την Κάτια στα πέντε, στα δέκα, στα δεκάξι. Τις γεύσεις, τις μυρωδιές, το θερμοκήπιο. Αυτό που έχω είναι η ιστορία μου που είναι μόνο δική μου, και μια Κάτια σαράντα δύο χρονών, αισιόδοξη και τρομοκρατημένη. Ελπίζω να ‘ναι αρκετό. Να πρόλαβα. Θα δείξει...

Απόσπασμα από το άρθρο ‘Προς τα έξω’της Λένας Κασιδοπούλου, ψυχοθεραπεύτριας, από το περοδικό Δίνη